Νυχτερινά Καταστήματα Των Χανίων Που Έχουν Μείνει Μόνο Στις Αναμνήσεις

  Για χρόνια πολλά αποτελούσαν -το καθένα στον τομέα του- αγαπημένα στέκια της πόλης. Χορευτικές πίστες, δυνατές μουσικές, ποτά… το όνομά τους συνδυάστηκε με το ροκ της δεκαετίας του ’70 και του ’80 (Majestic), με το στυλ του “Αμερικανάδικου” μπαρ (Εl Mondo), με το ποιοτικό bar-club με jazz, rock, pop ακούσματα (4 Εποχές). 


Με τις αφηγήσεις των ιδρυτών τους αλλά και ανθρώπων που βρέθηκαν σε αυτά, κάνουμε μια μικρή επιστροφή στο παρελθόν σε νυκτερινά καταστήματα που δεν υπάρχουν πια.


majestic-copy



MΑJESTIC: Αυθεντικό και ροκ!

«Οταν άνοιξα τη Majestic το 1976,  εδώ στην παλιά πόλη στην Kονδυλάκη δεν υπήρχε ούτε φωτισμός, οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι, τριτοκοσμικές καταστάσεις» θυμάται ο Δημήτρης Πουλτίδης ή πιο γνωστός ως “Τζίμης”, ιδιοκτήτης του μαγαζιού που όπως κατηγορηματικά λέει «η Majestic ήταν το πρώτο rock club των Χανίων, υπήρχε η Stork που ήταν περισσότερο disco στο ξενοδοχείο “Κύδων” από κάτω, και επίσης υπήρχε και η Νumber one, disco και αυτή στη Νέα Χώρα. Γιατί Majestic; 


Γιατί παρά τη γενικότερη κατάσταση της περιοχής απέπνεε μια μεγαλοπρέπεια, το κτήριο όλο που ήταν το μαγαζί! Για να κάνεις bar τότε δεν ήταν δύσκολο πράγμα γιατί πολλές δουλειές τις έκανα εγώ και οι φίλοι μου. Είδαμε πως θέλαμε να κάνουμε φωτορυθμικά και μας τα έφτιαξαν φίλοι μας ηλεκτρολόγοι, το ίδιο και τα έπιπλα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι τράπεζες που για να πάρεις ένα δάνειο είχες επιτόκια 30% αλλά από την άλλη υπήρχε και μια εμπιστοσύνη».



Η μουσική του καταστήματος ήταν αυστηρά rock από το πιο κλασσικό μέχρι τα πιο σύγχρονα ακούσματα. Οσο για τον κόσμο… όλες οι φυλές του Ισραήλ! «Στη Majestic θα έβλεπες από αριστοκράτες μέχρι αλήτες και πρεζάκια, χίπις και φαντάροι, μαύροι και άσπροι, από τον πλούσιο μέχρι τον φτωχό, απλά κόσμος που ήθελε να περάσει καλά. Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν πολύ οι “μπόμπες”. Τα ουίσκι, οι βότκες και τα άλλα ποτά ήταν σε μεγάλα δίλιτρα μπουκάλια και όταν σου παράγγελνε ο πελάτης ένα ουίσκι του έβαζες από αυτά. 


Εφορία τότε δεν περνούσε από εδώ, δεν υπήρχαν και ταμειακές μηχανές. Αλλες εποχές. Από τα χρόνια αυτά έχω κρατήσει ότι ο κόσμος λάτρευε τη μουσική, δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και χόρευαν όλοι, δεν ήταν όρθιοι με ένα ποτό στο χέρι! Η μουσική εξημερώνει τα θηρία και ο χορός εξημερώνει τα πάθη! Για αυτό παιδιά χορεύετε!».


Με τον τουρισμό να αυξάνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια, άνοιξαν και νέα καταστήματα. Το “Κανάλι”, το “Ροκ”, μετά η “Αριάδνη”,το “Street”, ο “Μύθος”, η “Σφίγγα” στο Μάλεμε και άλλα μαγαζιά. «Είχα κάνει μια μεγάλη ανακαίνιση το 1980 και μετά θυμάμαι στα ’81-’82 πλακοστρώθηκαν τα στενά εδώ γύρω. Συνέχισα και τη δεκαετία αυτή, αλλά μετά κάποια στιγμή παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ακολουθώ τους δρόμους της νύχτας. Αν θέλεις να κάνεις οικογένεια πρέπει να σταματήσεις τη νύχτα» λέει ο συνομιλητής που το 1989 έκλεισε το club και δημιούργησε εστιατόριο (Χάνι) που το διατηρεί μέχρι και σήμερα στον ίδιο χώρο.

O θαμώνας 

«Ήμουν τακτικός πελάτης στη Majestic στη δεκαετία του ’70 και του ’80. Μας άρεσε πάρα πολύ γιατί έπαιζε ροκ μουσική και χορεύαμε πολύ. Επαιζε Camel, Dire Straits, Led Zeppelin, τη μουσική της εποχής που άκουγε τότε όλη η νεολαία από 16 έως και 40 ετών. Από διακόσμηση δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, στο rock έτσι και αλλιώς δεν ταιριάζουν τα “χαϊλίκια”. Το χαρακτηριστικό του μαγαζιού ήταν ότι και ο ιδιοκτήτης ήταν ροκάς και “γούσταρε” πραγματικά το μαγαζί και τον κόσμο που πήγαινε εκεί» θυμάται ο Κώστας Τζωρτζάκης, τακτικός θαμώνας του μαγαζιού.
.com/blogger_img_proxy/
Jazz, ζωντανή εμφάνιση στις “4 εποχές”
4 ΕΠΟΧΕΣ: Ξεκινώντας με Jazz στο παλιό λιμάνι

Για χρόνια το παλιό λιμάνι είχε συνδυαστεί με το όνομα “4 εποχές” σε ό,τι αφορά τη νυκτερινή διασκέδαση. Ενας ποιοτικός χώρος, με ψαγμένες μουσικές, ένα bar-club που δεν είναι υπερβολή ότι καθόριζε τη μόδα στον χώρο της νύχτας στα Χανιά από το ’87 μέχρι και το 2005 όταν έπαψε να λειτουργεί.
Εκ των ιδρυτών του μαγαζιού μαζί με τον Μανώλη Κωνσταντινίδη ο Βίκτωρας Καρέλιν. Ο Βίκτωρας βρέθηκε στρατιώτης στα Χανιά, ήλθε από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και αποφάσισε να μείνει για πάντα. «Οταν έφτασα πρώτη φορά στο παλιό λιμάνι, είπα τελείωσε, εδώ θέλω να μείνω και για να σου πω την αλήθεια ακόμα δεν το χορταίνω! Ξεκίνησα να δουλεύω το 1983 στο Fagotto με τον πρώτο ιδιοκτήτη, τον Βαγγέλη Δημητρόγλου που με μύησε στο επάγγελμα αλλά και στην αγάπη για την κλασσική και τη Jazz μουσική. Το όνειρο μου ήταν να κάνω ένα δικό μου μαγαζί, με καλές μουσικές που να βγάζει ένα ερωτισμό και να είναι ευχάριστο για τον κόσμο. Ξεκινήσαμε με τον αείμνηστο Μανώλη Κωνσταντινίδη κάποια στιγμή αποχώρησε ο Μανώλης και στο μαγαζί μπήκαν ως συνέταιροι ο Νεκτάριος Χριστουλάκης και ο Γιάννης Παπαδογιάννης που μέχρι τότε δούλευαν σε αυτό» θυμάται ο συνομιλητής μας.
Οι “4 Εποχές” στήθηκαν στο χώρο όπου παλιά υπήρχαν τα “Λυράκια” και σήμερα τα “Χάλκινα”, δίπλα στο Μεγάλο Αρσενάλι. Η χαρακτηριστική διακόσμηση στους τοίχους με Jazz μουσικούς που έγινε τη δεκαετία του ’90 κρατήθηκε μέχρι τέλος και είχε γίνει από ένα Σέρβο πρόσφυγα καθηγητή στη χώρα του στη σχολή καλών τεχνών!
«Ξεκινήσαμε με μεγάλες δυσκολίες, όμως από την πρώτη στιγμή μπορώ να πω ότι “πιάσαμε” ως μαγαζί. Jazz, μπλουζ, μαύρη μουσική, τα γνωστά ροκ κομμάτια, αυτή ήταν η μουσική μας και πάρα πολλά live με συγκροτήματα από τις Σκανδιναβικές χώρες, την Αυστραλία κ.ά. Στα συγκροτήματα αυτά ήταν άνθρωποι που έρχονταν για διακοπές έτσι και αλλιώς και επειδή έπαιζαν μουσική μας έστελναν demo κασέτες, τις ακούγαμε, και κλείναμε τη συμφωνία να κάνουν και μερικές ζωντανές εμφανίσεις. Πολλά live αλλά και πολλοί… εχθροί, με την αστυνομία να έρχεται σχεδόν κάθε βράδυ και έτσι αναγκαστήκαμε να κλείσουμε πόρτες, να βάλουμε μόνωση. Καλά περνούσαμε και έτσι, πάντα όλες τις εποχές του χρόνου. Ο κόσμος έβγαινε, έπινε, χόρευε, και οι “4 εποχές” ήταν ένα  μέρος για να γλεντήσει και να περάσει καλά. Για αυτό είχαμε και κόσμο όλων των ηλικιών, γνωστοί-άγνωστοι, επώνυμοι-ανώνυμοι και αυτό που θεωρώ “παράσημο” ήταν ότι έρχονταν και πολλές κοπέλες μόνες τους που δεν φοβούνταν ότι κάποιος θα τις ενοχλήσει, αισθάνονταν ασφαλείς γιατί αυτό απέπνεε ο χώρος. Βέβαια το μαγαζί ήταν φιλικό στις ανθρώπινες σχέσεις. Τώρα για να κάνεις γνωριμία πρέπει να έχεις… facebook, τότε έπρεπε να πιεις ένα ποτό και να μιλήσεις στην κοπέλα που ήθελες! Οι άνθρωποι ήταν πιο καταδεκτικοί, λιγότερο επιθετικοί, πιο ανεκτικοί. Και η προσέγγιση αλλά και η… απόκρουση ήταν κάτι το εύκολο στις “4 Εποχές”. Ενα ακόμα παράσημο για μένα τουλάχιστον είναι ότι είναι απίστευτα πολλά τα ζευγάρια που γνωρίσθηκαν στις “Εποχές” και μετά παντρεύτηκαν».

ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Mένουμε στο θέμα της μουσικής γιατί αυτό τελικά συνένωνε περισσότερο από όλα τον κόσμο που πήγαινε στις “4 εποχές”. «Είχαμε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα παίζουμε πράγματα που δεν μας εκφράζουν όπως extreme rock ή techno. Μπορεί να είχαμε κάνει π.χ. ένα metal πάρτι ή και disco party μια – δύο φορές αλλά η γενικότερη πολιτική του καταστήματος ήταν αυτή. Στις “4 εποχές” έπαιξαν και οι πιο γνωστοι dj της εποχής, ο Πέτρος Ζησάκης, ο Ζοζεφ Συροκάκης, ο Βλαζάκης, ο Σεϊμένης, ο Θοδωρής Ζουριδάκης, ο Χάρης Παντελάκης, ο Παναγιώτης Φάσσος, πολλοί guest dj, όλοι βέβαια ακολουθούσαν το πνεύμα του μαγαζιού. Κάποια στιγμή παίξαμε και ελληνικό ροκ, ο Τάκης Ζερβουδάκης ήταν ο πρώτος που είχε βάλει Παπακωνσταντίνου αλλά όχι τσιφτετέλια, όχι μουσικές που δεν μας εξέφραζαν.»
Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια και με τόσο κόσμο να περνάει από την μπάρα και τους χώρους των “4 εποχών” πολλά και διάφορα και τα σχόλια και οι κρίσεις. «Μπορεί να ακούγεται “ψηλομύτικο” αλλά είναι τόσες πολλές οι ζεστές κουβέντες. Θυμάμαι μια κοπελίτσα που την τελευταία ημέρα του μαγαζιού ήλθε με αγκάλιασε και μου είπε ότι δεν μπορώ να κλείσω το μαγαζί που γνωρίσθηκαν ο πατέρας με τη μητέρα της! Με έκανε κομμάτια! Επίσης δεν θα ξεχάσω όταν πια το μαγαζί είχε κλείσει που με είδε στον δρόμο  ένας κύριος με σταμάτησε και μου λέει “είσαι πολύ μ…”. Εμεινα και τον κοίταζα. “Γιατί ρε φίλε ;” τον ρώτησα. “Γιατί έκλεισες το μαγαζί;” Του εξήγησα βέβαια ότι δεν ήταν επιλογή μου να το κλείσω αλλά δυστυχώς ο ιδιοκτήτης του καταστήματος έχοντας τελειώσει το συμβόλαιο ενοικίασης, ήθελε να μας διώξει. Καταλήξαμε να με ευχαριστεί που έστω το είχαμε και το λειτουργήσαμε! Να σου πω και για μια στιγμή που ήμουν στη Θεσσαλονίκη και έπεσα σε μια παρέα διπλανή να κουβεντιάζει για ένα καταπληκτικό μπαρ στα Χανιά, τις “4 εποχές”; Δεν είναι τυχαίο ότι οι “Εποχές” ήταν σε όλα τα περιοδικά, όλους τους οδηγούς της εποχής, ακόμα και στο Playboy τότε μας είχαν κάνει ένα δημοσίευμα ότι ήταν ανάμεσα στα καλύτερα μαγαζιά της χώρας. Οι “4 εποχές” έχουν μείνει για τη συναυλία των Blues Wire, τα αυθόρμητα πάρτι, τα Χριστούγεννα, τις απόκριες, το φοβερό πάρτι με τα πληρώματα των σκαφών που θα συμμετείχαν στη Reggata του Αιγαίου… είναι τόσα πολλά  τα απίστευτα που ζήσαμε σε αυτόν τον χώρο που θα έδινα τα πάντα να επέστρεφα το χρόνο έστω για ένα 10λεπτο!»
Κάποια στιγμή οι “4 εποχές”  διπλασιάστηκαν αφού πήραν και τον διπλανό χώρο, έβαλαν και άλλες μουσικές δοκίμασαν νέα πράγματα χωρίς να αλλάξουν όμως την κεντρική ιδέα του στησίματος του καταστήματος που παρόλο που έχει κλείσει εδώ και 12 χρόνια, παραμένει στις μνήμες όλων των Χανιωτών που έζησαν την εποχή εκείνη.
Πλέον ο Βίκτωρας σχεδιάζει ένα “4 Εποχές party” στο χώρο του “Rock Sugar” στη συμβολή Επιμενίδου και Μίνωος.
Περισσότερα στο εγγύς μέλλον…

majestic2

Ο θαμώνας

«Ηταν από τα πιο αγαπημένα στέκια για εμάς τους… νεολαίους της δεκαετίας του ’90. Με ένα μεγάλο μπαρ μόλις έμπαινες δεξιά, τον dj στο κέντρο (και αριστερά) και με ένα λίγο πιο… πριβέ χώρο στο βάθος που για να τον προσεγγίσεις κατέβαινες λίγα σκαλιά. Κάποια στιγμή “απορρόφησε” και το διπλανό κλαμπ που βρισκόταν στη γωνία και ίσως η κίνηση αυτή να άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του. Η ουσία είναι ότι όλα τα Χανιά πέρασαν από τις “4 Εποχές”, η αρκετά ψαγμένη ξένη μουσική και τα προσεγμένα ποτά αποτελούσαν πόλο έλξης για τους ντόπιους σε όλες τις εποχές του χρόνου -όπως μαρτυράει και το όνομα- πολύ περισσότερο όμως τη χειμερινή περίοδο που μοιραία λίγα κλαμπ ήταν εκείνα που άντεχαν. Αλλωστε στο παλιό λιμάνι κτυπούσε η καρδιά της νυκτερινής διασκέδασης όλη την εβδομάδα και όχι μόνο Παρασκευή και Σάββατο όπως σήμερα. Φυσικά λόγω θέσης, αρκετοί ήταν και οι τουρίστες που το ανακάλυπταν, όμως την δυναμική την προσέδιδαν οι ντόπιοι. Όχι απαραίτητα οι μικρότερης ηλικίας αλλά περισσότερο οι 25+ αφού και η μουσική είχε την δική της ταυτότητα και δεν βασιζόταν απλά στα “χιτ” της εποχής. Δυστυχώς οι “4 Εποχές” ακολούθησαν τη μοίρα και των άλλων εμβληματικών κλαμπ και μπαρ που άφησαν έντονη την σφραγίδα τους σε χώρους πάνω στις ακτές Ενώσεως και Κουντουριώτη και που πλέον στεγάζουν μεζεδοπωλεία και εστιατόρια…» θυμάται ο Γιώργος, κλασσικός θαμώνας του καταστήματος.
.com/blogger_img_proxy/
Θοδωρής Χναράς με το μικρόφωνο σε μία επετειακή βραδιά γενεθλίων στο “El Mondo”. Δίπλα του ο Αϊνστάιν, Γιώργος Τσικουράκης
EL MONDO: Το “Αμερικανάδικο”

«Αν με ενοχλούσε ότι μας έλεγαν “αμερικανάδικο”; Οχι, γιατί να με ενοχλεί, ο Ελληνας έβγαινε μια Παρασκευή και ένα Σάββατο, απέμεναν οι στρατιωτικοί και αυτοί ήταν οι πελάτες μας» λέει χωρίς καμία υπεκφυγή ο Θοδωρής Χναράς, δημιουργός του “Εl Mondo” το 1981 και συνεχιστής του μέχρι το 2014 που του έβαλε λουκέτο.
«Φτιάξαμε το “Εl Mondo” σε μια αποθήκη παπουτσιών, μισο-κατεστραμμένη στην Κονδυλάκη. Μέχρι τότε είχα εργαστεί στο Majestic και στον “Σκορπιό” ως μπάρμαν. Mαζί με τον Κώστα Σεργάκη αποφασίσαμε να κάνουμε ένα δικό μας μαγαζί και να το βγάλουμε “ο Κόσμος.” Στα ελληνικά δεν μας άρεσε, ούτε όμως και η αγγλική μετάφραση (the world). Δοκιμάσαμε διάφορες και προτιμήσαμε το ισπανικό που είναι “El Mundo” που όμως από κάποιο λάθος έγινε “El Mondo”. Το λάθος αυτό μας άρεσε και το αφήσαμε. Οσο για τη διακόσμηση, την έφτιαξαν οι πελάτες μας αφήνοντας αναμνηστικά μπλουζάκια, καπέλα, πλακέτες, φωτογραφίες» θυμάται τα πρώτα βήματα ο Θοδωρής ή πιο γνωστός ως Theo.
Aπό την πρώτη στιγμή της πορείας του μαγαζί προσέγγισε στρατιωτικό προσωπικό. «Πληρώματα πλοίων, του Πεδίου Βολής, της βάσης αλλά και δικοί μας στρατιωτικοί π.χ. έρχονταν για χρόνια όλα τα πληρώματα των Α7, αλλά και πολλοί ξεναγοί, τουρίστες και ντόπιοι. Εχω σερβίρει όλες τις φυλές του Ισραήλ… Ο βασικός λόγος που έρχονταν στο μαγαζί ήταν η μουσική. Το ροκ, κλασσικό αλλά και metal και ελληνικό ροκ και χορευτική μουσική κάποια στιγμή σε πάρτι αλλά ήμασταν βασικά ένα ροκ μαγαζί. Επίσης η συμπεριφορά και το χαμόγελο. Δεν με ενδιέφερε αν το προσωπικό δεν ήξερε να φτιάχνει κοκτέιλ, αρκεί να χαμογελούσε και να είχε καλή συμπεριφορά. Τότε οι δεκαετίες του ’80 κυρίως αλλά και του ’90 ήταν “χρυσές” για τα Χανιά.  Είχε ξεκινήσει δυναμικά ο τουρισμός, έρχονταν το βράδυ το γκαρσόνι που νωρίτερα είχε δουλέψει π.χ. σε ένα εστιατόριο για να πιει ένα ποτό και δεν μπορούσε να ξοδέψει ούτε το 1/3 του πουρμπουάρ του! Τα ποτά ήταν φτηνά, τα μεροκάματα καλά και το χρήμα κινούνταν» αφηγείται ο Theo αναπολώντας το παρελθόν.
Οσο για τα συμβάντα που έζησε ο ίδιος όλα αυτά τα χρόνια πίσω από τα μπάρα; Δύσκολο να περιγραφούν… «Να θυμηθώ τους Μαορί Νεοζηλανδούς που είχαν έλθει στο μαγαζί, έκλεισε η μουσική και χόρεψαν το “χάκα” τον παραδοσιακό τους χορό και ο υπόλοιπος κόσμος με ρωτούσε αν την επομένη θα το είχα και πάλι, γιατί νόμιζαν ήταν ήταν event; Να σου πω για τις τουρίστριες και το dancing on bar που γινόταν τότε; Δεκαετία ’80 ανέβαιναν οι Αγγλίδες πελάτισσες πάνω στο μπαρ και έκαναν στριπ τιζ, χορεύοντας. Σε μια τέτοια στιγμή μπαίνει μέσα η Αστυνομία, συλλαμβάνει την κοπέλα που χόρευε ημίγυμνη και παίρνει και εμένα μέσα αυτόφωρο! Την επομένη ήλθε το τουριστικό γραφείο της και πιστοποίησε ότι ήταν τουρίστρια και έφυγε, όσο για μένα, δικάστηκα! Είχαμε και τα άσχημα… όπως φασαρίες. Κυρίως έξω από το μαγαζί. Οι χειρότεροι πελάτες ήταν οι Αγγλοι στρατιωτικοί αφού κάποια στιγμή είχα ζητήσει να μην έρχονται καθόλου. Οι Αμερικάνοι τα πρώτα χρόνια προκαλούσαν θέματα, όμως μετά έγιναν οι καλύτεροι πελάτες γιατί η νοοτροπία τους ήταν να βγουν να διασκεδάσουν και να ξοδέψουν. Από κάποιο σημείο και μετά στο “Εl Mondo” έρχονταν οι αξιωματικοί, σπουδαγμένοι άνθρωποι που δεν έκαναν φασαρίες και ακρότητες… Αν θυμηθώ τώρα πόσοι άνθρωποι γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν από εδώ, ακόμα και εγώ γνώρισα εδώ τη γυναίκα μου, πόσες προτάσεις γάμου είχαμε μέσα στο μαγαζί θα χάσω το λογαριασμό… Απειρες!»
Η φήμη του “Εl Mondo” με τόσο ξένο κόσμο είχε ξεπεράσει τα όρια της Κρήτης και της Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Θοδωρής σε ταξίδια στον εξωτερικό γνωρίστηκε από ανθρώπους που είχαν έλθει στο μπαρ του, ενώ όταν αποφάσισε να το κλείσει το 2014 και να βγει σε σύνταξη δέχθηκε κυριολεκτικά χιλιάδες διαδικτυακές και όχι μόνο παρακλήσεις να μην το κάνει.

Ο “ΑΪΝΣΤΑΪΝ”

Χαρακτηριστική φιγούρα πίσω από το μπαρ του “El Mondo” o Γιώργος Τσικουράκης, ο “Αϊνστάιν” όπως τον ξέρει ο περισσότερος κόσμος λόγω της ομοιότητάς του με τον διάσημο επιστήμονα. «Ηταν πολύ αγαπητός, με κοινωνικές σχέσεις. Πολύς κόσμος έρχονταν μόνο και μόνο για να δει τον… σωσία του Αϊνστάιν! Εξαιρετικός συνεργάτης, άνθρωπος που εμπιστευόμουν απόλυτα! Για μένα ήταν πολύ δύσκολο όταν έκλεισα το  “El Mondo” γιατί πρώτα από όλα ήθελα να κάνω ένα μεγάλο αποχαιρετιστήριο πάρτι. Και έπειτα γιατί δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ στο άλλο ωράριο όταν για πάνω από 35 χρόνια πήγαινα στη δουλειά στις 10 το βράδυ και για ύπνο στις 6 το πρωί!» καταλήγει.



Ο θαμώνας

«Πρωτοπήγα στο “El Mondo” στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για καιρό ήταν το στέκι μου. Γιατί; Μου άρεσε η τρέλα των ανθρώπων εκεί, του προσωπικού, του ιδιοκτήτη. Εβαζε και καλή μουσική. Πήγαινα συνήθως νωρίς, ακόμα και τις καθημερινές. Οι Αμερικάνοι δεν με ενοχλούσαν, δεν τους ενοχλούσα αλλά προτιμούσα να πηγαίνω όταν δεν είχε πολύ στρατό, γιατί τότε η αναλογία ανδρών – γυναικών ήταν καλύτερη. Μετά παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, έκοψα τη νύχτα αλλά στεναχωρήθηκα όταν έμαθα ότι έκλεισε γιατί είχα πολύ ωραίες αναμνήσεις» θυμάται ο Νεκτάριος, επίσης θαμώνας του  “El Mondo”.


ΚΡΗΤΗ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ kritipoliskaixoria

Η Κρήτη στο ίντερνετ με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, πολιτιστικά, λαογραφικά νέα και ιστορικά στοιχεία, Αφιερώματα αε πόλεις και χωριά της Κρήτης, αρχαιολογικούς χώρους, θρησκευτικά μνημεία, και Ανθρώπους

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

.........